Category Archives: Muzika

I don’t know what she wants

Είναι να μη σου μπει η ιδέα. Καριέρα, αυτοβελτίωση, οικογένεια, κατάρρευση. Θάνατος στη φιλοδοξία. Winning is for losers.

Leave a comment

Filed under Muzika, Videos

The man inside the costume

Παλιά είχα ένα φίλο που υποδυόταν την κατσίκα, τον πα-πα-πα-πα-παπαγάλο και άλλα ζώα στα βίντεο και τις ζωντανές παραστάσεις των Mazoo and the Zoo. Μου έλεγε ότι είχε αναγκαστεί να κόψει το κάπνισμα, γιατί αλλιώς δεν έβγαιναν τα σόου· μόνο η στολή, έλεγε, ζύγιζε γύρω στα 15 κιλά. Πολλή κούραση, πολύ λαχάνιασμα, πολύς ιδρώτας. Τα λεφτά ήταν καλά, αλλά αυτός για αλλού ξεκίνησε κι αλλού η ζωή τον είχε βγάλει. Καμιά φορά αναρωτιέμαι πώς να του φέρθηκαν τα τελευταία χρόνια και πού να βρίσκεται τώρα.

ΥΓ: Girl Band, μόνο βιντεοκλιπάρες.

Leave a comment

Filed under Muzika, Videos

Music Diary #001

Τα φέραμε από δω / τα φέραμε από κει / ξεκινάω το music diary / ναπαναγαμηθεί.

(Σαν πρωταπριλιάτικο ψέμα μου φαίνεται!)

.

Anamai - SallowsΟι Anamai ξεκίνησαν ως προσωπικό πρότζεκτ της Anna Mayberry, τραγουδιάρας των HSY (γκαραζοπάνκηδες, δεν τους έχω ακούσει), στο οποίο εσχάτως χώθηκε ο Egyptrixx (προοδευτικός μπλιμπλικάς), οπότε πλέον είναι ντουέτο. Παραδόξως, αντί για κάτι που να θυμίζει Atari Teenage Riot, τα παιδία παίζουν ένα πολύ χαμηλών τόνων μείγμα folk και dream pop, το οποίο σύμφωνα με τα ίντερνετς θυμίζει Grouper, όμως τι να μας πούνε και τα ίντερνετς, εμένα ν’ ακούτε για να μάθετε μπαλίτσα. Καμία σχέση λοιπόν με Grouper οι Anamai, αφού στο ντεμπούτο τους έχουν τραγούδια με δομή, μελωδίες και αρχή-μέση-τέλος, κι όχι αυτά τα σύννεφα με ατμοσφαιρικά πυγολαμπιόνια που σκάρωνε (τουλάχιστον μέχρι πέρυσι) η Liz Harris για να ψαρώνει ο Truant. Αν θέλετε σημείο αναφοράς, το Sallows (έτσι λέγεται ο δίσκος) ακούγεται σαν μια πιο λιτή, πιο φόλκι εκδοχή της Julee Cruise με μια τζούρα από αναπόφευκτους Cocteau Twins. Ωραία πράγματα δηλαδή, γλυκά, μελαγχολικά, χωρίς να πέφτουν στην παγίδα του υπερστυλιζαρίσματος (ο αισθητικός καρκίνος της εποχής μας) και της μελούρας. Προτείνονται ανεπιφύλακτα.

*

Liturgy - The Ark WorkΤους έχω κράξει όσο δεν πάει τα τελευταία χρόνια, όμως οφείλω να παραδεχτώ πως ετούτοι οι χίψτερ μπαγλαμάδες βγάλανε δισκάρα· γιασασίν λοιπόν του μάγκα του Hunter Hunt-Hendrix και των Liturgy που με το τελευταίο άλμπουμ τους πήραν την εμπάθειά μου και μου την έδωσαν να τη φάω μαζί με το καπέλο μου. Το The Ark Work είναι μια από εκείνες τις σπάνιες -πλέον- δισκογραφικές δουλειές που σπρώχνουν τη μουσική φόρμα την οποία υπηρετούν σε νέες, αχαρτογράφητες περιοχές: η φάση τους έχει blast beats και tremolo picking, όμως δεν είναι (μόνο) black metal, έχει glitches χωρίς να είναι IDM, έχει Μπαλ-Σαγκοθικές ψευτοτρομπέτες και πίπιζες, έχει μια φλατ καθαρή φωνή (ίσως η πιο ιδιοφυής αισθητική επιλογή του triple H.) που θυμίζει κάτι από Κουόρθονα στις αρχές των 90s αλλά στο πιο ζαμπόν, έχει ξερές, αποστεωμένες, σχεδόν πανκ κιθάρες, έχει, τέλος, έναν ήχο που, όπως εύστοχα επισημαίνει η, κατά τα άλλα ατυχής, δισκοκριτική του p4k, “feels like watching someone’s head split open”. Κι αυτό νομίζω ότι συμβαίνει και στο δικό μου κεφάλι κάθε φορά που ακούω το δίσκο. Μπορεί κριτικοί και κοινό να τους έχουν ξεσκίσει στα ίντερνετς (πόσο προβλέψιμο), όμως βάζω στοίχημα το αριστερό μου τζιτζιμπλίκι ότι σε δέκα χρόνια ο δίσκος θα θεωρείται κλασσικός. Το πιο αστείο; Είμαι σίγουρος ότι όλο αυτό το έπος τους προέκυψε κατά λάθος, κάτι που ενισχύει την πίστη μου οτι η ιστορία της μουσικής γράφεται από ευτυχή ατυχήματα.

*

Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει με την καινούργια δουλειά του Kendrick Lamar: Κοινό και κριτικοί μουσκεύουν βρακάκια για έναν δίσκο που μοιάζει να μην αξίζει (τουλάχιστον όχι 100%) αυτή την αποθεωτική υποδοχή. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: Εδώ και τουλάχιστον μια εικοσαετία η αμερικάνικη λογοτεχνία ψάχνει εναγωνίως το Νέο Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα, αυτό που θα συμπυκνώνει στις σελίδες του την αμερικάνικη εμπειρία στην αλλαγή της χιλιετίας. Υπήρξαν πολλοί επίδοξοι μνηστήρες για τον θρόνο, με πιο πρόσφατη (και πιο μίζερη, ίσως) περίπτωση αυτή του Τζόναθαν Φράνζεν, χωρίς όμως να υπάρξει clear winner. Με παρόμοιο τρόπο, η χιπ χοπ κοινότητα αναζητά το επόμενο Illmatic ή το επόμενο All Eyez on Me, δίσκους δηλαδή που να χωράνε μέσα τους τα γκέτο της Νέας Υόρκης, του Λος Άντζελες, και, τελικά, ολόκληρο το σύγχρονο αφροαμερικάνικο βίωμα: Τα τελευταία χρόνια ο Kanye επιχείρησε μια ποπ πολιτισμική προσέγγιση κι ο Jay Z μια αντίστοιχη ας-πούμε-ταξική, από την πλευρά βεβαίως του προδότη της τάξης του· και οι δυο αυτές προσεγγίσεις, παρά τα επιμέρους προβλήματά τους, μου φαίνονται πιο forward-thinking από το To Pimp A Butterfly του Kendrick, το οποίο, δυστυχώς, επενδύει στο ασφαλές νόμισμα της πχιότητας. It’s a cultural thing, θα μου πείτε, you wouldn’t understand, και θα συμφωνήσω, αφού η τζαζ δεν κυλάει στη φλέβα μου, όσο κι αν την εκτιμάω σαν ακροατής. Οφείλω όμως να θυμήσω ότι την αντίστοιχη προσέγγιση στην ελληνική μουσική την ονομάζουμε έντεχνο, και δεν είμαστε τόσο ευγενικοί μαζί της. To cut a long story short, το To Pimp… μοιάζει να λυγίζει κάτω από το βάρος της φιλοδοξίας του (κλισέ λέβελ +1000, το ξέρω) και της προσπάθειάς του να γίνει political statement κι όχι μουσική δημιουργία, φορτώνοντας τα 79 λεπτά της διάρκειάς του με τζαζίστες, φάνκηδες, ποιητές, ζογκλέρ και ακροβάτες, ενώ το μόνο που χρειαζόταν ήταν μερικά πολύ καλά τραγούδια. Τα οποία εννοείται πως έχει (κι αυτό είναι το πιο εξοργιστικό), όμως βρίσκονται χαντακωμένα κάτω από τρακόσες στρώσεις βαρύγδουπου κόντεξτ.

3 Comments

Filed under Music Diary, Muzika

An open torso

Percival Everett - American Desert

Πριν μερικές βδομάδες διάβαζα τις περιπλανήσεις ενός νεκραναστημένου στην Αμερικάνικη Έρημο του Πέρσιβαλ Έβερετ, από την αγγλική έκδοση του οποίου έχω δανειστεί την παραπάνω σελίδα. Χθες έσκασε στο μέιλ μου το από κάτω βιντεοκλίπ των Girl Band (=μέγιστο σπιραλοπουλέν από πέρυσι). Φάκιν τάιμινγκ.

(Disclaimer: Video is NOT for the faint-hearted)

Είναι προφανές ότι πρόκειται περί αριστουργήματος, μουσικά και βιντεοκλιπικά. ΔΕΝ είναι προφανές ότι πρόκειται για διασκευή σε bass/techno track του Blawan. How about that.

Leave a comment

Filed under Muzika, Off The Bookshelf, Videos

Music Diary: The year so far

Αφού ξεπετάξαμε τη λίστα του 2014, ας πούμε δυο λόγια για τους δίσκους της χρονιάς μέχρι στιγμής.

Μια πρώτη παρατήρηση: Η μουσική παραγωγή στους δυο πρώτους μήνες του 2015 μοιάζει πεσμένη σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια. Είναι ενδεικτικό πως έχει μπει Μάρτης και τα νταουνλοντάδικα ακόμη μοιράζουν περσινές κυκλοφορίες. Επιπλέον, δεν έχει βγει ο δίσκος που θα κάνει το μεγάλο μπαμ. Don’t get me wrong, υπήρξαν αρκετές καλές κυκλοφορίες, όχι όμως αυτή που θα συσπειρώσει γύρω της οπαδούς και χέιτερς. Υποθέτω πως είναι απλά θέμα χρόνου.

Anyway, ας δούμε μια δεκάδα δίσκων που με έπεισαν ότι αξίζουν κάτι παραπάνω από τρεις-τέσσερις ακροάσεις. Όσοι ακούτε τα Φανταγκοσκόπια κάθε Πέμπτη, λογικά θα είστε διαβασμένοι:

Οι Sleater-Kinney έκαναν δυναμικό καμ μπακ μετά από δέκα χρόνια απουσίας, όμως το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό του No Cities To Love είναι το ότι ετούτες οι riot milfs ακούγονται πιο alive and kickin’ από όλες τις ροκ μπάντες που έχουν τα μισά τους χρόνια. // Οι Viet Cong με το ομώνυμο σχεδόν-ντεμπούτο τους έγιναν το αναπάντεχο φετινό dark horse των ίντηδων, δοκιμάζοντας όσες περισσότερες εκδοχές του ποστ πανκ μπορούσαν σε 37 λεπτά, όχι όμως πάντα με τα καλύτερα αποτελέσματα (όχι άλλοι Beach Boys· τουλάχιστον όχι εκεί που δεν τους έσπειρε κανένας). // Πιστεύω ότι τα περί σχέσης πόνου, δυστυχίας και υψηλής τέχνης είναι για να τα λένε οι ναμαγαπάδες στις παραλίες, όμως η Bjork έβγαλε πολύ πόνο στο Vulnicura, και μαζί μ’ αυτόν έβγαλε και τον καλύτερο δίσκο της από το Vespertine και δώθε. Μπράβο της, γιατί δεν της το ‘χα. // Το Fears Trending των Phantom Band είναι το κρυμμένο indie rock υπερατού της χρονιάς και σας προτείνω να το ακούσετε όπως-και-δήποτε. Η Γλασκώβη σπάνια απογοητεύει. // Αρκετά πιο κάτω, στο Μπρίστολ, οι Zun Zun Egui δοκιμάζουν ένα σωρό ρυθμικές πατέντες και, παρότι δεν τους βγαίνουν όλες, το Shackles’ Gift είναι από τα συναρπαστικότερα και πιο περιπετειώδη κιθαριστικά πράγματα που έχω ακούσει τον τελευταίο καιρό. // Στο Heavy Love ο Duke Garwood μοιάζει να είναι ο αντι-Mark Lanegan που αυτός ο κόσμος χρειάζεται, τουλάχιστον μέχρι ο Μάρκος να ξεκολλήσει από τα γκομπιούτερες και να ξαναπιάσει τις κιθάρες.  // Τα εξαιρετικά instrumentals των BADBADNOTGOOD κλέβουν την παράσταση από τον κουρασμένο Ghostface Killah στο Sour Soul, γεγονός μάλλον αναμενόμενο. // Οι Future Brown στον ομώνυμο δίσκο τους κάνουν αυτό που κάνει εδώ και μια δεκαετία ο Diplo (=πλιάτσικο στις λούμπεν καγκουροκουλτούρες) , έχοντας μια επίφαση πχιοτικότητας για να μη μας πούνε και βλάχους, όμως τουλάχιστον το κάνουν καλά. // Οι Unthanks, τέλος, με το Mount The Air μας έδωσαν ένα εξαιρετικό δείγμα βρετανικού έντεχνου φολκ και τουλάχιστον 2 τραγούδια που θα τα κουβαλάω για πάντα μέσα μου.

Μπόνους: Ο Petite Noir με το King of Anxiety EP, αποδεικνύεται πως είναι (εκτός από αγχωμένο kindred spirit) ο Daughn Gibson του 2015 –τον θυμάται άραγε κανείς αυτόν;

Κατά τα άλλα, ενδιαφέρουσες δουλειές άκουσα επίσης από τους Jessica Pratt, Elephant Micah, Siskiyou, Erase Errata, Driftmachine και Disappears, ενώ περίμενα περισσότερα από τους δίσκους των Dengue Fever, John Carpenter, Joey Bada$$ και Alasdair Roberts. Τελευταίοι και καταϊδρωμένοι στη σπιραλολίστα έρχονται οι δίσκοι των Noveller και Jefre Cantu-Ledesma που πέρασαν και δεν ακούμπησαν.

Last but not least, οφείλω να δώκω εύφημο μνεία στο Auferstehung του ΟΑΚΕ (όχι το κόμμα), μιας και υπήρξε ο καλύτερος δίσκος του 2014 που ανακάλυψα στα χασομέρια του Γενάρη. Άουφερστουνγκ, χερ Μύλλερ!

Αυτά για την ώρα. Λέω να καθιερώσω ένα  music diary σε τακτική βάση, but I make no promises. Til next time; stay tuned, stay heavy, stay stupid.

Leave a comment

Filed under Music Diary, Muzika